Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2016

Ο Βασίλης Νικολαϊδης για το Je reviens toujours των Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω

Την πρώτη δισκογραφική συνεργασία του Βασίλη Νικολαΐδη με τους Χάνομαι γιατί Ρεμβάζω τη συναντάμε το 1988, όταν στο Σείριο του Μάνου Χατζιδάκι εκδόθηκε ο 5ος κατά σειρά δίσκος του συγκροτήματος, Τα Παροίνια. Η πορεία τους όμως έχει ξεκινήσει νωρίτερα, από το 1981, με τη γνωριμία τους στους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού της Κέρκυρας. Και πάλι ο Μάνος Χατζιδάκις «παρών», με τον τρόπο του...

Θα μπορούσαμε να γεμίσουμε πολλές σελίδες ιστορώντας, τόσο τη δισκογραφική πορεία των Χάνομαι γιατί Ρεμβάζω και του Βασίλη Νικολαΐδη ξεχωριστά, όσο και την, από κάποια στιγμή και έπειτα, συχνή συμπόρευσή τους σε ρόλους διακριτούς: του Νικολαϊδη στο ρόλο του στιχουργού και των Χάνομαι γιατί Ρεμβάζω (και ειδικότερα των Χάρη Καβαλλιεράτου και Γιώργου Φιλιππάκη) στο ρόλο των μελωδών.
Προτιμήσαμε όμως να μας αφηγηθεί ο ίδιος.

Η αφορμή, δεν ήταν δύσκολο να βρεθεί. Ένα κόκκινο μπαλόνι «που πετάει ανάμεσα στου κόσμου τις βλαστήμιες», τo ρεφραίν στα γαλλικά, ο Εμπειρίκος, η Αργώ… αυτά και μόνο, ήταν αρκετά.
Αθώοι, σχεδόν αφελείς, στείλαμε πρόσκληση.
Κι εκείνος κατέφτασε χαμογελαστός και, αντί να χτυπήσει το κουδούνι, έβαλε το κλειδί και μπήκε!
Σαν στο σπίτι του, που λέμε… Έτσι ακριβώς όπως έπρεπε.
Κι έφερε δώρα ακριβά:
Αναμνήσεις, έργο ζωγραφισμένο κατακόκκινο (μπαλόνι ολόφωτο, δίχως βαρίδια), φωτογραφία, κι ένα αφήγημα σκέτη απόλαυση, όλα για την επίσημη πρώτη τους στο Άρωμα του Τραγουδιού!

Χωρίς άλλα περιττά λόγια, νιώθοντας μεγάλη χαρά και τιμή, καλωσορίζουμε τον λόγο του Βασίλη Νικολαΐδη στο Άρωμα του Τραγουδιού και τον ευχαριστούμε από καρδιάς για τη γενναιοδωρία του.
Αφορμή, το τραγούδι Je reviens toujours.
Για τις αιτίες, θα μιλήσουμε μιαν άλλη φορά…
.
---------------------------------------------



Je reviens toujours
(Ημέρες του περασμένου αιώνα.)

«Ά, τι ωραία που θα είναι, όλα να τα βλέπης και όλα να τα απολαμβάνης, από εκεί επάνω, χωρίς καημούς, χωρίς δεσμά!»
Ανδρέας Εμπειρίκος, Αργώ ή Πλους Αεροστάτου.

.
Μιλάμε για την δεκαετία του ογδόντα. Στο σπίτι του Φαλήρου έμενε ο Χάρης, αλλά ήταν συγχρόνως και στέκι συναναστροφής και καλλιτεχνικής-ιδεολογικής ζύμωσης, καθώς και χώρος για τις πρόβες των Χάνομαι γιατί Ρεμβάζω. Θυμάμαι κάποτε τον Μπαχ -στην σύντομη βέγκαν περίοδό του- να παραγγέλνει σουβλάκια χωρίς σουβλάκια, μόνο ντομάτα, κρεμμύδι, τζατζίκι και πάπρικα. Ενώ εγώ διάβαζα μια υπέροχη ανάλυση της Τσάινατάουν (ποιανού;) που ήταν στην βιβλιοθήκη του Χάρη. Παντρεύτηκε ο Κερκύρας και του φτιάξαμε τραγούδι, το τραγουδήσαμε με τα όργανα στην εκκλησία. Μετά ο Χάρης και η Μπάρμπαρα φύγανε, πήγαν στο Λαγονήσι. Πήγαινα και ψήναμε παϊδάκια στην αυλίτσα, πίσω από την κουζίνα.

Είχα αρχίσει να δικηγορώ. Πελάτες δικούς μου δεν είχα. Κρατούσα ένα γραφείο κάποιου παλιού δικηγόρου, του Διαδρομόπουλου. Ήταν κομμουνιστής παλιός. Στα χρόνια του Εμφυλίου υπερασπιζόταν τους υπόδικους στα στρατοδικεία δωρεάν. Σαν γιατρός σε επιδημία πανούκλας τον δωδέκατο αιώνα, δεν γίνεται να σώσεις τους καταδικασμένους σε θάνατο. Ύστερα, επί Χούντας, του πήραν την άδεια ασκήσεως. Δικηγορούσε με ψεύτικο όνομα. Ή έστελνε άλλους συναδέλφους να παρασταθούν στην έδρα. Με την Μεταπολίτευση, ορθοπόδησε τελικώς. Αλλά μετά αρρώστησε, δεν μπορούσε να πηγαίνει στο γραφείο, και ήθελε έναν νεαρό να το κρατάει ανοιχτό, να παρίσταται στα δικαστήρια, να γράφει αγωγές, να καταθέτει δικόγραφα, να απαντάει στα τηλέφωνα, να ταξινομεί τον Ραπτάρχη*, παιδί για όλες τις δουλειές. Έβγαινε το μεροκάματο, τέλος πάντων. Κρατιόταν κι' ο Διαδρομόπουλος με τα δόντια στον μάταιο τούτο κόσμο, να περιμένει τον Κόκκινο Στρατό να κατέβει από την Βουλγαρία.

Ο Διαδρομόπουλος είχε έναν πελάτη, Μπαταχτζίδη ονόματι. Ήταν ένας γίγας με θλιμμένα μάτια που κοιτούσαν βαθιά μέσα στα μάτια των άλλων με την πιο αυθεντική αθωότητα. Παρίστανε και τον ξυλουργό, κάποτε ίσως και να υπήρξε. Ήταν βιρτουόζος της ακάλυπτης επιταγής. Τον γλύτωνε μετά ο Διαδρομόπουλος με κάτι ταχυδακτυλουργίες, άφηνε τον Μπαταχτζίδη να δικαστεί ερήμην πρωτοδίκως, έτρωγε αυτός τρεις-τέσσερις καμπάνες χωριστά. Μετά, έκανε έφεση τις τρεις-τέσσερις πρωτόδικες μαζεμένες, και μετά πήγαινε μόνος του ο Διαδρομόπουλος στο Εφετείο, γιατί αν εμφανιζόταν μαζί και ο Μπαταχτζίδης θα τον μπουζουριάζανε, είχε κι' άλλες εκκρεμότητες, χαμός. Έδινε λοιπόν ο Διαδρομόπουλος των δικαστών ένα γιατρόχαρτο που έλεγε πως ο Μπαταχτζίδης ήταν άρρωστος, γιατί ο Μπαταχτζίδης λάδωνε τον γιατρό, τόπαιρνε το χαρτί. Κάναν λοιπόν αυτοί οι δικασταί πως το χάβαν τον μύθο, άφηναν τον Διαδρομόπουλο να δικάσει κανονικά, εδικάζετο ωσεί παρών ο Μπαταχτζίδης, εκπροσωπούμενος από τον συνήγορό του. Οπότε ο Διαδρομόπουλος έκανε αίτηση συγχώνευσης επί τόπου στο ακροατήριο, τρεις το λάδι, τρεις το ξύδι, πέντε το λαδόξυδο, μετατρέψιμη να πούμε προς τόσο την ημέρα, βάλε πενήντα, βάλε εκατό χιλιάρικα σύνολο, πλήρωνε, καθάριζε. Πέρναγε το μεσημέρι από το γραφείο ο Μπαταχτζίδης, "είχαμε τον Άγιο Φανούριο που μας φύλαγε, Βασίλη μου, μεγάλη η χάρη του," έλεγε και σταυροκοπιόταν. Κι' είχε φάει των αλλουνών μπορεί και δύο εκατομμύρια με τις ακάλυπτες επιταγές. Που πάει να πει ένα εκατομμύριο εννιακόσιες χιλιάδες καθαρό κέρδος. Εις δραχμάς, τότε. Πως τα κατάφερνε να βγάζει μπλοκ επιταγών με τέτοιο μητρώο, άγνωστον. Τέτοιες υποθέσεις ανέλαβα στο γραφείο του Διαδρομόπουλου, έβλεπα τους μηνυτές να κλαίνε σπαρακτικά, δεν ήξερα πως να φερθώ. «Εσύ το ψωμί σου βγάζεις, βρε παιδάκι μου», μου λέγανε οι εξαπατημένοι του Μπαταχτζίδη, «αλλά αυτό το κάθαρμα μας κατέστρεψε, πεινάνε τα παιδιά μας». Αυτά να τα κάναμε ταινία, θα σαρώναμε όλα τα Όσκαρ και τους Φοίνικες.

Το γραφείο του Διαδρομόπουλου αποτελείτο από δύο δωματιάκια στο αίθριο μιας παλιάς πολυκατοικίας της οδού Σταδίου, στον έβδομο, κοντά στην Ομόνοια. Τουλάχιστον έβλεπα πολύ ουρανό μπλε. Είχε ένα φορητό αιρκοντίσιον μέσα, κι' ένα ψυγειάκι, στριμωγμένο μεταξύ της περιστρεφόμενης πολυθρόνας του Διαδρομόπουλου -καπιτονέ από δερματίνη- και της βιβλιοθήκης με το Νομικό Βήμα. «Μπαίνει ο άλλος μέσα, σου λέει έχει και ψυγείο, καλός δικηγόρος θα είναι, επιτυχημένος,» έλεγε ο Διαδρομόπουλος. Οι φάκελλοι, ένα δάχτυλο σκόνη, εντωμεταξύ.
Έκανα διπλή ζωή, εκείνα τα χρόνια. Έπαιζα συνήθως στο Καφεθέατρο της Κοδρινγκτώνος, άλλοτε με τους Χάνομαι, ή με τον Μακρή, ή και τον Τόμπλερ. Έπαιζα και Θεσσαλονίκη, στο Λιόγερμα του Αγγελίδη. Και σε διάφορες πόλεις, Γιάννενα, Έδεσσα, Σέρρες, Κατερίνη, Καβάλα, Κοζάνη, Καρδίτσα, Λεχαινά, Ρέθυμνο, Χανιά, και που δεν πήγα με την κιθάρα μου!
Όμως ο καημός μου ήταν άλλος. Να ήμουν χειμώνα σ' ένα νησί. Νάχει λιακάδα. Και να απολαμβάνω ένα ουζάκι με γαύρο τηγανητό στην παραλία.

* * * * * * * *

Τέλος πάντων, στο γραφειάκι της Σταδίου περνούσα και πολλές ώρες απραξίας, ιδίως πριν από τις γιορτές. Δεν θυμάμαι την χρονιά, ήταν το ‘86 ή το ‘87. Είχα πάει λοιπόν πρωί στο γραφείο, κι' έκανε ψόφο, κι' είχα ανάψει το αιρκοντίσιον, δεν πάταγε ψυχή, και το τηλέφωνο είχε μουγγαθεί για ώρες, κι' όλα ήταν φίνα. Καθόμουν λοιπόν και σκάλιζα με την πένα το χαρτί, καφέ και τσιγαράκι. Φαίνεται όμως πως ο χώρος μού ήταν ανοίκειος για να γράψω τραγούδια, τουλάχιστον με τον τρόπο που έφτιαχνα τα δικά μου τραγούδια. Δεν ήταν οι εικόνες της δικής μου ζωής που μου έρχονταν, ούτε στην δική μου γλώσσα, διότι εκείνο το αερόστατο του Ανδρέα Εμπειρίκου έγραφε απάνω Je reviens toujours, και εγώ δεν θα τολμούσα να γράψω στίχους στα γαλλικά λόγω εθνικής υπερηφανείας αν μη τι άλλο, αλλά για να περάσει η ώρα τόγραψα, και συνέχισα να πλέχω ομοιοκαταληξίες, δίχως νάχω ένα κάποιο θέμα στο μυαλό μου, κι' όπου με πάει, διότι πάντα μου άρεσε να γράφω και να σχεδιάζω με πένα, χωρίς να καλοσκέπτομαι, και μάλιστα με μαύρο μελάνι.

Επίσης, πρέπει να πω πως ο ανδριάντας του κυρ Ανδρέα στην Άνδρο γράφει αποκάτω ΤΑΞΙΔΕΥΤΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΡΟΦΕΥΣ, αλλά εγώ δεν τόξερα, δεν είχα πάει ακόμα στην Άνδρο, άσε που μπορεί να μην τον είχαν βάλει ακόμα. Έγραφα λοιπόν αυτομάτως, για εκείνο το αερόστατο την ΑΡΓΩ, που είχα διαβάσει στο Γυμνάσιο, το οποίο πήρε τους τρεις εκείνους αεροναύτας μαζί του, και ούτε το κατάλαβα πως εκείνοι απεχώρησαν από το αερόστατο, και έμεινα μόνος επιπλέων του αέρος ανάλαφρα, και πως έτσι ευδαίμων και αιωρούμενος άγνωστον πώς, έπλεχνα στίχους απολύτως μετρημένους με την πένα μου, και μάλιστα με μία παράξενη ομοιοκαταληξία, ή τουλάχιστον μια χαχόλικη γλωσσική γεωμετρία, ευσταθέστατη και ευέλικτη, την οποία ανακάλυψα δεκαετίες αργότερα πως υπήρχε μέσα στο ποίημα. Τι έκανα δηλαδή; Έκανα πεντάστιχα! Όπου ο πρώτος στίχος κάθε πενταστίχου έκανε ρίμα με τον τρίτο, κι' όλοι μαζί -ω! του θαύματος- τέλειωναν σε -άει: πετάει και γελάει, ξεψυχάει και χτυπάει, παραφυλάει και τρυπάει, κατρακυλάει και ακολουθάει, κρατάει και ξαναγυρνάει, χαλάει και τραβάει. Έπειτα, ο δεύτερος στίχος κάθε πεντάστιχου τέλειωνε πάντα σε παροξύτονη λέξη σε -ες: βλαστήμιες, δεσποινίδες, ιστορίες, πλανήτες, λύπες, και ακτίνες. Ο τέταρτος στίχος του κάθε πεντάστιχου ήταν οξύτονος και τέλειωνε σε -ού: βαποριού, σπιτιού, κελιού, Χριστού, γυρισμού, και φεγγαριού. Ο πέμπτος στίχος τέλειωνε σε -ούς: αφρούς, γνωστούς, αδειανούς, Χριστούς, γυρισμούς, και σκοτεινούς. Με άλλα λόγια, η θεός να την κάνει ομοιοκαταληξία του στιχουργήματος βρισκόταν η μισή εντός της κάθε πεντάστιχης στροφής και η άλλη μισή εκτός, μέσα στις υπόλοιπες στροφές του!

Περιττό να σας πω πως τούτη την μεταξύ των πενταστίχων οιονεί ομοιοκαταληξία δεν την είχα επιτύχει εγώ κατά κυριολεξίαν, αλλά το ασυνείδητό μου, διότι εγώ την ίδια ώρα που έγραφα προσπαθούσα να καταλάβω που πήγαινε το έρμαιο το ποίημα και δεν πρόσεχα πολύ ομοιοκαταληξίες και τέτοια. Για να είμαι ειλικρινής, ακόμη δεν έχω καταλάβει απολύτως ούτε πως βγήκε το ποίημα έτσι συμμετρικό χωρίς να φαίνεται, ούτε τι θέλει να πει. Μπορεί να το έγραψε και κάποιος άλλος. Πάντως, σε κάθε πεντάστιχο ήταν κάποιος ταξιδευτής-επιστροφεύς που μιλούσε αντ' εμού, και αυτός ο ψημμένος μεταμορφωνόταν διαδοχικώς σε μπαλόνι, μπεκρή, σκύλο, αγνοούμενο, λέξη, δραπέτη, διάττοντα αστέρα και μάγο χριστουγεννιάτικο με δερβίσικο φέσι και μια κελεμπία μάλλινη με αστεράκια χρυσά διότι κρύο, αλλά δυστυχώς όλοι τον διώχναν, κανένας δεν τον ήθελε, από παντού γεύεται την απόρριψη και την μοναξιά, ενώ αυτός εις πείσμα των καιρών και των ανθρώπων επιστρέφει, κι' ας ξέρει πως η επιστροφή δεν έχει νόημα, γενναιόδωρος και ελεύθερος, αλλά πικραμένος και αντιφατικός, πιστεύει πως στο τέλος, δεν γίνεται αλλιώς, θα δικαιωθεί, και θα σώσει και την ανθρωπότητα. Για κερασάκι στην τούρτα έβαλα κι' αυτόν τον στίχο στα γαλλικά ανάμεσα στα πεντάστιχα. Αυτόν που τον έκλεψα βεβαίως, που ήταν γραμμένος πάνω σε κείνο το αερόστατο. Εγώ, ο φλογερός υπέρμαχος του ελληνικού στίχου, ο άτεγκτος τιμητής της λογοκλοπής, είχα κάνει βουταρία το Je reviens toujours από τον Ανδρέα Εμπειρίκο!

* * * * * * * *

Όμως ποιός ήταν αυτός ο μυστηριώδης αφηγητής, αυτός ο αεί μεταλλασσόμενος ταξιδευτής-επιστροφεύς; Θα μπορούσε κάλλιστα να υποθέσει κανείς πως το ποίημα μιλούσε για τον Εμπειρίκο, ή για κάποιον άλλο χριστιανό. Αλλά θα μπορούσε εξ ίσου πάλι να μην μιλάει για τον Εμπειρίκο ή οιονδήποτε τυχόντα. Άρχισα να υποψιάζομαι μήπως αυτός ο ταξιδευτής επιστροφεύς ήμουν εγώ. Δεν μπορούσα να καταλάβω, ή δεν ήθελα να το παραδεχτώ πως μιλούσα για τον εαυτό μου, και αυτό με έκανε να αισθάνομαι κάπως άβολα, διότι πως να αποδεχτώ την τόση απόρριψη που έτρωγα απ' όλους; Κι' έπειτα, δυσκολευόμουν να βάλω μουσική σ' αυτό το κείμενο, δεδομένης και της μυστήριας φράκταλ δομής του, να αναπαράγεται δηλαδή η ίδια ιδέα μέσα από επαναλαμβανόμενες φόρμες, σε άλλες διαστάσεις, όμοιες αλλά όχι ίδιες.

Για να είμαι ακριβής, δεν ήταν η πρώτη φορά που έφτιαχνα τέτοια παράξενα πράγματα εκείνο τον καιρό. Για παράδειγμα, μου κατέβηκε και είχα γράψει το εξής: σαν το κρασάκι ο Θάνατος και η Δημοκρατία. Όταν μου ήρθε, ήμουν ξενύχτης και μεθυσμένος μέσα σε ένα αεροπλάνο το οποίο προσγειωνόταν χαράματα στο αεροδρόμιο των Χανίων. Ήταν Σεπτέμβρης, ο ήλιος έβγαινε πάνω από τα βράχια της Κρήτης και τάδειχνε όλα τραγικά κόκκινα. Σκεφτόμουν μετά μήπως ήταν ετούτη η εικόνα τους που με έκανε να ελαφραίνουν τόσο οι λέξεις μου πάνω σε τόσο βαριά πράγματα, αν βέβαια δεχθούμε πως ήταν όντως δικές μου λέξεις αυτά τα καραγκιοζλίκια του ασυνειδήτου μου. Σκεπτόμουν μήπως ήμουν μηδενιστής, αλλά τι θα γινόταν αν μπροστά μου δεν εμφανιζόταν η Δημοκρατία να την κογιονάρω έτσι, αλλά πες πως έσκαγε μούρη ένας Χάρος φοβερότατος και τρομερότατος, με τα δρεπάνια του, την κουκούλα σα δοσίλογος, και όλα τ' αξεσουάρ. Θάχα το νεφρί να του τραγουδάω τζιριτζάντζουλες; Τι τάγραφα τότε αυτά; Τέλος πάντων, τέτοια ερωτήματα δεν βρίσκουν απάντηση παρά όταν τίποτε δεν έχει πια σημασία, όταν αυτήν την απάντηση δεν είσαι πια εκεί να την ακούσεις. Ίσως όμως γι' αυτό ακριβώς πρέπει να τα κάνουμε ποιήματα. Άργησα να το καταλάβω αυτό. Τότε όμως -μιλάμε πάντα για το ογδοντατόσο- προτίμησα να τα μεταθέσω σε κάποιον άλλον, ο οποίος να είναι επιτήδειος στο να φτιάνει μελωδίες πιο ευέλικτες, και πιο ικανός από εμένα να φέρει βόλτα λόγια που λέγαν του κεφαλιού τους. Για την ακρίβεια, κάποιον που να τιθασσεύει τα ποιήματα με την μουσική, όπως ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ μίλαγε στο αυτί του αλόγου και αυτό γινόταν αρνί**.

Μάζεψα λοιπόν τα χαρτιά μου και τα πήγα του Χάρη.

- Πω ρε χτύπημα! είπε ο Χάρης όταν το διάβασε. Ακόμα και τώρα, άμα του αρέσει κάτι πάρα πολύ, λέει «πω ρε χτύπημα!» και κουνάει το χέρι του κυκλικώς στον αέρα, όπως κάνουμε όταν τρώμε ένα πολύ νόστιμο φαΐ. Βέβαια, το κάνει και η Βουγιουκλάκη μέσα στη βάρκα που κρύφτηκε να πάει ταξίδι με τους δοκίμους, εκεί που κλέβει το ψωμοτύρι του Γκιωνάκη, αλλά το κάνει επειδή λύσσαξε της πείνας, κι' όχι από κλεπτομανία. Διότι η φέτα στο Πολεμικό Ναυτικό είναι σαν ασβέστης, δεν τρώγεται πολύ ευχάριστα, ομιλώ μετά λόγου γνώσεως. Ο Χάρης είχε κάνει σμηνίτης, αλλά και κει την ίδια φέτα θάχαν.

Να μην μακρηγορώ, αυτό το «πω ρε χτύπημα!» ο Χάρης το εκφέρει αργά, για να πάει να κολλήσει στον ουρανίσκο, όπως κάνουν οι δοκιμαστές οίνων εκλεκτών. Ύστερα, πιάσαμε μια συζήτηση για τον Εμπειρίκο, για την γλώσσα του την καθαρεύουσα, για το αερόστατο, κι' ύστερα ο Χάρης διάβασε ξανά το ποίημα από μέσα του, και ξαναείπε «πω ρε χτύπημα!» Για να είμαι ειλικρινής, χαίρομαι να τον ακούω κάθε φορά που το λέει, αλλά επειδή το λέει συναπτά τριανταέξι χρόνια τώρα, έχω σταματήσει να τον θεωρώ και πολύ αντικειμενικό. Οπότε βάλαμε μια ρετσίνα να πιούμε. Τότε έβρισκες ακόμα, μετά κάνανε τα αμπέλια αεροδρόμιο. Είχα έναν θείο που άμα εύρισκε καλή ρετσίνα έλεγε: «Διαμάντι!», ή «Αγίασμα!» Τέλος πάντων, απ' ό,τι μου είπε ο Χάρης μετά που το ηχογραφήσανε, άρεσε και του Χατζιδάκι, το Je reviens toujours. Αυτό επιβεβαιώθηκε και από την Μπάρμπαρα, που δεν χαρίζει κάστανα. Κι' ούτε τον πείραξε τον Χατζιδάκι που ήταν κλεψιμέικο.
Μετά πήγαμε πίσω από την κουζίνα και ψήσαμε παϊδάκια. Ήταν Αλκυονίδες, είχε λιακάδα.

Βασίλης Νικολαΐδης

.

* Πανδέκτης της νομοθεσίας των προ των ηλεκτρονικών υπολογιστών χρόνων. Ήταν καμιά πενηνταριά ντοσιέ με κλιπάκια, τα οποία ενημερώνονταν περιοδικά με πρόσθετα φύλλα που ταχυδρομούσε ο εκδοτικός οίκος στους συνδρομητές.

**Να τονίσω πως ο Χάρης μπορεί να κάνει και άλλου είδους αλχημείες. Μια φορά του πήγε ο Γιώργος Φιλιππάκης ένα τραγούδι με εκπληκτική μελωδία, αλλά οι στίχοι του ξυνίζανε κάπως (του Χάρη, του Γιώργου, ή πιθανώς και των δύο, δεν θυμάμαι ακριβώς.) Την άκουσε ο Χάρης, και αμέσως την ταίριαξε με κάτι που είχε διαβάσει κάποτε, ίσως μισόν αιώνα πριν. Ήταν Ο Αφέντης της Καρύταινας, του Νίκου Εγγονόπουλου. Το βάζω ανάμεσα στα ωραιότερα τραγούδια των ΧγΡ.




Κυριακή, 23 Ιουνίου 2013

“Επιβάτης στην υποψία αυτή του πλήθους...”

Οποιαδήποτε οργανωμένη απόπειρα προσέγγισης του στιχουργικού κόσμου του Κώστα Τριπολίτη, επιφυλάσσει πολλές εκπλήξεις κι ακόμα περισσότερες ανατροπές. Πρώτ’ απ’ όλα, θα πρέπει κανείς να ερευνήσει εξονυχιστικά την ελληνική δισκογραφία των τελευταίων 40 χρόνων, για να ανακαλύψει διάσπαρτα τραγούδια του που περιλαμβάνονται σε δίσκους ξεχασμένους και δυσεύρετους. Εκεί ακριβώς, πριν καλά – καλά μπει σε μία τάξη όλο αυτό το υλικό, διαπιστώνει ότι από άποψη μορφής και θεματολογίας η στιχουργική του χωρίζεται σε δύο περιόδους. Τη δεκαετία του ’70, όπου ο Τριπολίτης γράφει στίχους σε τραγούδια που αργότερα ο ίδιος χαρακτηρίζει «σοβαρά, λιγότερο σοβαρά έως και φαιδρά, μερικά με την προφανή πρόθεση να γίνουν επιτυχίες». Η δεύτερη περίοδος ξεκινάει από το 1981 και κρατάει μέχρι και σήμερα: «το ’80 αποφάσισα ότι ήθελα να γράψω ουσιαστικά πράγματα και σταμάτησα να εμπλέκομαι σε αυτήν την αγοραία χρήση του τραγουδιού. Ό,τι έχω γράψει από κει κι έπειτα το υποστηρίζω με σθένος. Δεν αποκηρύσσω τα προηγούμενα αλλά δεν είμαι και περήφανος γι’ αυτά» (απόσπασμα συνέντευξης στη Γιούλη Επτακοίλη. Εφημερίδα «Καθημερινή», 19/11/2006).
Στην περίπτωση, τώρα, που κι εμείς χωρίς δεύτερη σκέψη τραβήξουμε αυτή τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις δύο περιόδους, θα έχουμε χάσει το νήμα που συνδέει ορισμένα από τα τραγούδια της πρώτης περιόδου με αυτά της δεύτερης, κυρίως όσον αφορά στη χρήση της γλώσσας και τη μορφή τους. Το περιεχόμενο των τραγουδιών τού Τριπολίτη, πράγματι, αλλάζει ριζικά από το ’80 και μετά˙ το ίδιο συμβαίνει και με τα εκφραστικά μέσα που χρησιμοποιεί. Παρ’ όλ’ αυτά, ψήγματα της ιδιαίτερης γλώσσας του, τα συναντάμε ακόμα και σε εκείνα τα πρώτα του τραγούδια , κι ας γράφτηκαν «με την προφανή διάθεση να γίνουν επιτυχίες».
Με  το παρόν κείμενο επιχειρούμε πρώτ’ απ’ όλα να ανακαλύψουμε τα περισσότερα – αν όχι όλα – τα τραγούδια του Κώστα Τριπολίτη που έχουν εκδοθεί, και να ακουμπήσουμε έστω και λίγο τον υπέροχο στιχουργικό σύμπαν ενός από τους σημαντικότερους στιχουργούς του σύγχρονου ελληνικού τραγουδιού.

Η δεκαετία του ‘70

Από το 1977 μέχρι το 1981, η μεγάλη πλειοψηφία των τραγουδιών του Τριπολίτη βρίσκεται διάσπαρτη σε προσωπικούς δίσκους ερμηνευτών. Σε αυτή την πρώτη περίοδο τα τραγούδια του ερμηνεύονται αποκλειστικά από γυναικείες φωνές, με εξαίρεση εκείνα που ηχογραφήθηκαν στον πρώτο δίσκο του Χάρρυ Κλύνν. Η Χριστιάνα, η Βασιλική Λαβίνα, η Λιζέττα Νικολάου, μέχρι και η Μπέσσυ Αργυράκη, εντάσσουν τραγούδια του Τριπολίτη σε προσωπικούς τους δίσκους, τα περισσότερα με τη μουσική του Νίκου Ιγνατιάδη. Εκείνη την περίοδο, στίχους του μελοποιούν επίσης ο Λίνος Κόκοτος σε δύο τραγούδια, αλλά κι από ένα τραγούδι ο Μίμης Πλέσσας και ο Αντώνης Βαρδής.
Ως προς το περιεχόμενο, ο Τριπολίτης εναρμονίζει πλήρως το λόγο του στις ανάγκες του κάθε δίσκου στον οποίο συμμετέχει, ακολουθώντας τη συνολική αισθητική της κάθε εργασίας. Η θεματολογία των τραγουδιών του εκείνα τα χρόνια είναι σχεδόν αποκλειστικά ερωτική, όπως άλλωστε ήταν και η θεματολογία των συγκεκριμένων δίσκων. Γράφοντας για τις μουσικές του Ιγνατιάδη ή του Πλέσσα, που προορίζονταν για τραγούδια που ερμηνεύτηκαν για παράδειγμα από τη Χριστιάνα ή την Μπέσσυ Αργυράκη, μοιάζει τελικά απόλυτα λογικό οι στίχοι του Τριπολίτη να μην έχουν καμία απολύτως σχέση με ό,τι ακολούθησε στις επόμενες δεκαετίες. Ακόμα όμως και σε ορισμένα από αυτά τα ερωτικά τραγούδια, βρίσκουμε αληθινά διαμάντια, όπως το παρακάτω:

Ήρθες νύχτα αργά, σιγά
και με τραίνα φορτηγά,
το αμπέχονο στο μέρος της καρδιάς
ήταν τρύπιο και μπαινόβγαινε ο βοριάς.

Και τώρα που θ’ αγαπηθούμε
ξανά στο ίδιο το κρεβάτι,
το ίδιο πάλι θα γευτούμε
του έρωτά μας του πικρού
το πιο πικρό αλάτι.
(Από το τραγούδι «Ήρθες νύχτα», σε μουσική του Αντώνη Βαρδή, από το δίσκο της Λιζέττας Νικολάου «Σ’ αγάπησα, μ’ αγάπησες»)

Μοναδική εξαίρεση ως προς τη θεματολογία των τραγουδιών του, αποτελεί ο πρώτος δίσκος του Χάρρυ Κλύνν που είχε τίτλο «Για δέσιμο», σε μουσική Γιώργου Κριμιζάκη. Δίσκος καθαρά σατιρικός, “ακραίος” και καινοτόμος για την εποχή του, με τον Τριπολίτη να υπογράφει τέσσερα τραγούδια και πρόζες που όχι μόνο δεν ήταν ερωτικά, αλλά ξέφευγαν κατά πολύ από τα δεδομένα της δισκογραφίας εκείνων των χρόνων. Κι εδώ ακριβώς είναι που μπορούμε να αναγνωρίσουμε δείγματα γραφής που αργότερα συναντάμε – έστω και αποσπασματικά – στην μετά το ’81 στιχουργική του. Αξίζει να σταθούμε λίγο στο παρακάτω απόσπασμα από τραγούδι με τίτλο «Ώχου χαβαλές», όπου στο δίσκο ο Τριπολίτης συνυπογράφει τους στίχους μαζί με τον συνθέτη Γιώργο Κριμιζάκη.

(…) Ώχου τζερτζελές, με κόψανε στη γλύκα
απάνω που τη βρήκα, με κόψαν στις ζουρλές,
ώχου γκαντεμιά, με κάνανε τσουβάλι
μου σπάσαν και το κιάλι, αμάν βρε τι ζημιά.
Εξ’ αιτίας κάτι νομάτοι με πήρανε πρέφα πάνω στο μάτι
και μου κάνανε τη μάπα μπλε μαρέν αράπα.

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι πρόκειται για ένα πρωτότυπο σατιρικό τραγούδι, γραμμένο για τις ανάγκες του ρεπερτορίου ενός ανατρεπτικού καλλιτέχνη όπως ήταν ο Χάρρυ Κλύνν εκείνης της εποχής. Αξιοσημείωτη όμως είναι η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Τριπολίτης, αυτή η απόλυτη αργκό, μια γλώσσα του πεζοδρομίου που ακόμα και τότε λίγοι μιλούσαν, και που εδώ την επιστρατεύει με απόλυτη επιτυχία. Κι όμως! Την ίδια περίπου αργκό συναντάμε και αργότερα σε ορισμένα τραγούδια του, όχι βεβαίως σε αυτή την ακραία μορφή, αλλά σίγουρα σε στιγμές που μας θυμίζουν κάτι από τη γλώσσα του “ματάκια” στο παραπάνω τραγούδι.

Ζόρικος, κρεμανταλάς, ο καιρός που κουβαλάς
η ζωή σου μια νταλίκα, με μπαγκάζια και με ΙΚΑ,
τώρα απόκτησες καβούκι και αμάξι σπορ μοντέλο
τώρα σκάλωσες στο λούκι κι είσαι αλλιώτικο καπέλο.

Η ζωή σου ντούμπλε – φας, μέσα κι έξω τη φοράς
η καρδούλα σου γκαζιέρα, δίχως γκάζι και αγέρα.
(Από το τραγούδι «Νταλίκα», σε μουσική Δήμου Μούτση. Δίσκος: «Φράγμα». Ερμηνεία: Σωτηρία Μπέλλου)

Ο δίσκος με τον Χάρρυ Κλύνν δίνει παράλληλα στον Τριπολίτη και την αφορμή για πρώτη φορά να φανερώσει και μία πτυχή της στιχουργικής του που επίσης θα συναντήσουμε κι αργότερα: το υπόγειο, καυστικό, πολλές φορές πικρό χιούμορ του, που στα επόμενα χρόνια θα το δούμε να επιστρατεύεται από τον ίδιο σε ορισμένες ιδιαίτερες στιγμές της εργογραφίας του. Από τις «Κουβεντούλες με τον Φρόυντ» και τις «Διαδόσεις» του Δήμου Μούτση, μέχρι το «Επεμβαίνεις» του Σταμάτη Κραουνάκη και τον «Βεελζεβούλ» του Θάνου Μικρούτσικου, ο Τριπολίτης δίνει δείγματα μιας καυστικής γραφής που σχεδόν κανένας στιχουργός της γενιάς του δεν κατάφερε να παρουσιάσει. Το χιούμορ μετατράπηκε στα χέρια του σε εργαλείο για να πει τα πιο σοβαρά πράγματα.

Άφησες για μπουφάν και τσίχλες
του ονείρου σου τις ζόρικες ομίχλες,
γκομενίτσες κουλτουριάρες
όλο καμπύλες και καμάρες.
(Από το τραγούδι «Κουβεντούλες με τον Φρόυντ» σε μουσική Δήμου Μούτση. Δίσκος: «Φράγμα». Ερμηνεία: Λουκιανός Κηλαηδόνης, Δήμος Μούτσης, Άλκιστης Πρωτοψάλτη)

Επεμβαίνεις με πυρρά κατευθυνόμενα
στο σπίτι μου, σους φίλους και τον γκόμενο
με εντάλματα και σπαστικά, με κόλπα τρομοκρατικά
επεμβαίνεις
μ’ έκανες μπαλάκι τένις.
(Από το τραγούδι «Επεμβαίνεις» σε μουσική Σταμάτη Κραουνάκη. Δίσκος: «Σκουριασμένα χείλια». Ερμηνεία: Βίκυ Μοσχολιού, Γιώργος Ζαμπέτας)

Δεν έχω πια πρεστίζ και σέβας, κι ας ήμουν γκόμενος της Εύας
δε με φοβούνται ούτε οι θρήσκοι και με νομίζουν μπόμπα ουίσκι.
Δεν είναι να εμπιστεύεσαι της αγοράς τα ήθη
έτσι μου ξευτιλίσανε και το παραμύθι.
(Από το τραγούδι «Βεελζεβούλ» σε μουσική Θάνου Μικρούτσικου. Δίσκος: «Συγνώμη για την άμυνα». Ερμηνεία: Γιώργος Νταλάρας)

Κλείνοντας αυτή τη σύντομη αναφορά στην περίοδο μέχρι το 1980, αξίζει μια ιδιαίτερη μνεία στη συνάντηση του Κώστα Τριπολίτη με τον Γιώργο Χατζηνάσιο. Η πρώτη τους συνεργασία έγινε το 1979 στο δίσκο «Εικόνες» με ερμηνεύτρια τη Δήμητρα Γαλάνη. Ο Τριπολίτης υπογράφει έξι τραγούδια τού δίσκου, και είναι ουσιαστικά η πρώτη φορά που οι στίχοι του σημειώνουν επιτυχία στο ευρύ κοινό με το τραγούδι «Ζω», καθώς επίσης και με «Το γρανάζι» αλλά και το «Κοίτα πράγματα». Την αμέσως επόμενη χρονιά, γράφει στίχους για δύο ακόμα τραγούδια σε μουσική Χατζηνάσιου που κυκλοφόρησαν με ερμηνεύτρια την Τάνια Τσανακλίδου στο δίσκο «Χωρίς ταυτότητα». Κι είναι ακριβώς αυτός ο δίσκος που θα μπορούσαμε να ορίσουμε ως την τομή ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη περίοδο της στιχουργικής του. Μονάχα με δύο τραγούδια με τα οποία συμμετέχει στο «Χωρίς ταυτότητα», ο Τριπολίτης πραγματοποιεί την πλέον συνειδητή και ξεκάθαρη στροφή του σ’ ένα είδος τραγουδιού που θα υπηρετήσει και θα εξελίξει ο ίδιος μέσα στις επόμενες δεκαετίες. Τόσο με «Τα Σάββατα» όσο και με «Τα κόκκινα φώτα του μπαρ», στήνει τις ράγες πάνω στις οποίες θα κινηθεί στο εξής το στιχουργικό του όχημα: από τη μία ο βαθιά πολιτικός, ευθύς, ενίοτε σκληρός και απότομος λόγος του, κι απ’ την άλλη ο σκοτεινός κόσμος της νύχτας όπου η ανθρώπινη επαφή γίνεται ανάγκη επιτακτική, μέσα σε ένα σκηνικό παρακμής και μοναξιάς.

Τα όνειρα, τα βήματα και το κορμί σου τράβα τα
στο σινεμά, στην ψησταριά, στη ντισκοτέκ τα Σάββατα.
Το σπίτι σου, τα μάτια σου και την καρδιά σου σφάλιστα
έτσι, σκυφτός να προχωράς, κι όλο να λες τα «μάλιστα».
(Από το τραγούδι «Τα Σάββατα». Δίσκος: «Χωρίς ταυτότητα»)

Φοβάμαι
οι άνθρωποι αλλάζουν την ώρα που σπάζουν
φοβάμαι
τα μάτια βραδιάζουν, κι εμένα διαβάζουν
φοβάμαι
τα κόκκινα φώτα του μπαρ.
(Από το τραγούδι «Στα κόκκινα φώτα του μπαρ». Δίσκος: «Χωρίς ταυτότητα»)

Η χρονιά του 1981

Το 1981 είναι μια καθοριστική χρονιά για τον Κώστα Τριπολίτη. Είναι κατ’ αρχάς η πρώτη φορά που υπογράφει ολοκληρωμένους κύκλους τραγουδιών: «Ραντάρ» και «Επιβάτης» με τον Μίκη Θεοδωράκη, Φράγμα» με τον Δήμο Μούτση, «Σκουριασμένα χείλια» με τον Σταμάτη Κραουνάκη, ενώ παράλληλα συνεχίζει τη συνεργασία του με τον Γιώργο Χατζηνάσιο υπογράφοντας τη δεύτερη πλευρά του δίσκου «Πίσω απ’ τη βιτρίνα» που περιλαμβάνει έξι τραγούδια (τους στίχους στην πρώτη πλευρά υπέγραφε ο Λευτέρης Παπαδόπουλος). Αυτοί οι τέσσερεις κύκλοι τραγουδιών οριοθετούν την αφοσίωσή του στην αναζήτηση ενός καινούργιου κώδικα επικοινωνίας με το κοινό, που στα χρόνια που θα ακολουθήσουν θα οδηγήσει στη δημιουργία ενός απόλυτα προσωπικού πολιτικού λόγου στο τραγούδι. Παράλληλα, στα τραγούδια των τεσσάρων αυτών δίσκων του 1981 είναι συμπυκνωμένη ολόκληρη η θεματολογία αλλά και τα εκφραστικά μέσα που ο Τριπολίτης επανέλαβε με επιμονή μέσα στα τριάντα χρόνια που ακολούθησαν. Θα έλεγε κάποιος ότι όλα τα τραγούδια του «Ραντάρ» και του «Επιβάτη», καθώς και τα περισσότερα από το «Φράγμα» και ορισμένα από τα «Σκουριασμένα χείλια», είναι το λάιτ μοτίφ (το καθοδηγητικό μοτίβο, για να χρησιμοποιήσουμε κι έναν μουσικό όρο), στον οποίο κινείται η στιχουργική του από τότε μέχρι και σήμερα. Ακόμα και με τον Γιώργο Χατζηνάσιο, που μαζί του λίγα χρόνια πριν είχε σημειώσει τις πρώτες του εμπορικές επιτυχίες με το «Ζω» και το «Γρανάζι», δε φαίνεται πλέον διατεθειμένος να ακολουθήσει την ίδια επιτυχημένη συνταγή.

Μέσα μου σέρνω μια Ελλάδα
που αγκομαχάει και βήχει
και όλο ξύνει τις πληγές της
με το νύχι.
(«Μια πατρίδα» σε μουσική Γιώργου Χατζηνάσιου. Δίσκος: «Πίσω απ’ τη βιτρίνα». Ερμηνεία: Γιάννης Κούτρας)

Η στιχουργική του Τριπολίτη μπαίνει σε καινούργια μονοπάτια. Αν διακινδυνεύσουμε να ορίσουμε μια σχέση πάνω στην οποία κινείται από κει και έπειτα η θεματολογία του, θα τη βρούμε στο δίπτυχο: Εξουσία - Άνθρωπος. Τα τραγούδια του εστιάζουν στις κάθε λογής εξουσίες και πως αυτές διαβρώνουν τη συνείδηση του σύγχρονου ανθρώπου. Δε χαρίζεται πλέον σε κανέναν. Ούτε στις εξουσίες αλλά ούτε και στο άνθρωπο, που με αντάλλαγμα μια πλαστή ευημερία επιδίδεται σε ένα άνευ όρων ξεπούλημα. Απ’ τη μία η εξουσία και τα μέσα που χρησιμοποιεί, κι απ’ την άλλη ο άνθρωπος – καταναλωτής που έχει μετατραπεί κι ο ίδιος σε προϊόν προς κατανάλωση, θα αποτελούν από δω και στο εξής τον πυρήνα της θεματολογίας των τραγουδιών του. Οι υπεκφυγές και η αοριστολογία δεν έχουν πλέον καμία απολύτως θέση σε αυτά. Ο λόγος του γίνεται ευθύς και κοφτερός.

Λέγε την άσφαλτο γυαλί
που χαρακώνονται οι πολλοί,
λέγε τα σπίτια φυλακές
και τις ζωής μας πλαστικές.
Λέγε τα πράγματα με τ’ όνομά τους
και διαπίστωνε αργούς θανάτους.
(«Λέγε», σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη. Δίσκος: «Ραντάρ». Ερμηνεία: Γιώργος Νταλάρας)

Τα σύνορα εδώ
είναι μονάχα οι φυλακές και τα ψυχιατρεία.
Τα σύνορα εδώ
είναι μονάχα οι εκκλησιές και τα στενά σχολεία
(«Τα σύνορα εδώ», σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη. Δίσκος: «Επιβάτης». Ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη / Μαργαρίτα Ζορμπαλά)

Μπορούμε να γεμίσουμε ακόμα πολλές σελίδες αν συνεχίσουμε να μιλάμε για ένα προς ένα τα τραγούδια του που εκδόθηκαν το 1981. Από το «Δε λες κουβέντα», το «Γράμμα από τη Λεγεώνα των Ξένων» και το «Ερηνούλα μου» του Δήμου Μούτση, την «Εφαρμογή», την «Αγάπη» και τη «Σύνοψη» του Μίκη Θεοδωράκη, τα «Ηλεκτρισμένα» και το «Κόκκινο κουμπί» του Σταμάτη Κραουνάκη, μέχρι το «Ώρα εφτά ηλεκτρικός» του Γιώργου Χατζηνάσιου, ο κατάλογος δεν έχει τέλος.

Η δεκαετία του ‘80

Από το 1982 μέχρι και σήμερα, ο Τριπολίτης υπογράφει τέσσερεις ακόμα ολοκληρωμένους κύκλους τραγουδιών, το «Όλα από χέρι καμένα» και το «Συγνώμη για την άμυνα» με τον Θάνο Μικρούτσικο, το «Ρίνγκ» με τον Τάκη Μπουγά, καθώς επίσης και τις «Γέφυρες» με τον Διονύση Τσακνή, ενώ συναντάμε και αρκετά δικά του τραγούδια διάσπαρτα σε δίσκους του Αντώνη Βαρδή, του Νίκου Ζιώγαλα, του Λάκη με τα ψηλά ρεβέρ, της Νένας Βενετσάνου, του Λίνου Κόκοτου, της Μάρθας Μεναχέμ και άλλων.
Εξαίρεση όσων αναφέρονται πιο πάνω για την μετά το ’81 στιχουργική του, αποτελεί ο τελευταίος προσωπικός δίσκος του Μιχάλη Βιολάρη με τίτλο «Το γαϊτανάκι της ζωής». Πρόκειται για μία μάλλον αποτυχημένη απόπειρα επιστροφής του νεοκυματικού ερμηνευτή στην καινούργια μουσική και δισκογραφική κατάσταση της δεκαετίας εκείνης. Η μουσική του δίσκου είναι του Ανδρέα Πρέζα, και ο Τριπολίτης γράφει τους στίχους σε τέσσερα τραγούδια που είναι εντελώς εκτός κλίματος της στιχουργικής του, όπως αυτή εξελίχτηκε από το ’81 και μετά.

Τα τελευταία τριάντα χρόνια έχει προσφέρει σπουδαία δείγματα γραφής, που δικαίως τον κατατάσσουν στη λίστα με τους σημαντικότερους σύγχρονους έλληνες στιχουργούς. Αξίζει στο σημείο αυτό  να αναφέρουμε και ένα ακόμα στοιχείο: μέσα στα χρόνια που ακολούθησαν από το ’81 και μετά, υπάρχουν και δύο περιπτώσεις όπου δεν εμφανίζεται στη δισκογραφία με το δικό του όνομα, αλλά με το ψευδώνυμο Κώστα Άλλος. Στο δίσκο «Ρίνγκ» που εκδόθηκε το 1987 σε μουσική του Τάκη Μπουγά, με ερμηνεύτριες την Τάνια Τσανακλίδου, τη Μαρία Κανελλοπούλου και τη Μαρινέλα, ο Τριπολίτης υπογράφει τα εννέα τραγούδια ως Κώστας Άλλος, και τα άλλα δύο («Ρινγκ» και «Παράθυρα»), με το πραγματικό του όνομα. Το ίδιο ψευδώνυμο χρησιμοποιεί και κάποια χρόνια αργότερα, το 1994, υπογράφοντας με αυτό τέσσερα από τα δώδεκα τραγούδια του Αντώνη Βαρδή στο δίσκο «Κοινή γνώμη», ενώ μόλις σε ένα (στο ομότιτλο) υπογράφει με το πραγματικό του όνομα. Παρ’ όλ’ αυτά, πίσω από το ευφυές ψευδώνυμο που επινόησε, μπορούμε να αναγνωρίσουμε με ευκολία την ιδιαίτερη γραφή του.
Μονάχα εικασίες μπορούμε να κάνουμε σχετικά με τους λόγους για τους οποίους επέλεξε να αλλάξει “ταυτότητα” σε αυτά τα 13 συνολικά τραγούδια. Όπως και να ‘χει, αξίζει να καταγραφεί και αυτό το “παιχνίδι” τού Τριπολίτη ως Άλλου, μαζί με δύο απόσπασμα τραγουδιών του από εκείνους τους δίσκους:

Ταγκό των παρανόμων, κρυφών δικαιωμάτων
τα βράδια των Σαββάτων,
εσύ κορμί των δρόμων, ο κύριος των σωμάτων
και πάντων αοράτων.
Αχ, με πήρε το ελικόπτερο της άγριας φαντασίας
κι ο έρωτάς μου γίνεται μια πράξη απελπισίας.
(Από το τραγούδι «Ελικόπτερο» σε μουσική Τάκη Μπουγά. Δίσκος: «Ρίνγκ». Ερμηνεία: Τάνια Τσανακλίδου)

Σε σκότωσα με όλη τη δύναμη
ενός φανταστικού θανάτου,
γιατί ο καιρός ήρθε γρήγορα
καθένας μας να ρίξει τα είδωλά του.
Στη πυρά των ονείρων μου , δε σ’ αφήνω να καις
γιατί, κι αυτά ακόμα τα όνειρα
θέλουν προοπτικές (…)
(Από το τραγούδι «Προοπτικές», σε μουσική Αντώνη Βαρδή. Δίσκος: «Κοινή γνώμη». Ερμηνεία: Αντώνης Βαρδής)

Η στιχουργική του Κώστα Τριπολίτη

Ένα από τα πολλά στοιχεία που καθιστούν τη γραφή του Τριπολίτη τόσο ιδιαίτερη αλλά και αναγνωρίσιμη, είναι η μορφή των στίχων του. Αν αποστασιοποιηθούμε προσωρινά από τις μουσικές που ντύνουν τους στίχους του και τους αντιμετωπίσουμε ως κείμενα, θα διαπιστώσουμε ότι πολλές φορές δεν ακολουθούν μια αυστηρή δομή στην ομοιοκαταληξία και στο ρυθμό. Οι συλλαβές τοποθετούνται άναρχα, κάποιες φορές η κάθε στροφή στο ίδιο τραγούδι διαφέρει από την προηγούμενη και την επόμενη σε δομή, ο λόγος μοιάζει περισσότερο προφορικός και λιγότερο γραπτός. Μπορούμε να το παρατηρήσουμε στα περισσότερα – αν όχι σε όλα – τα τραγούδια με το Δήμο Μούτση, καθώς επίσης και στα τραγούδια με το Θάνο Μικρούτσικο και τον Διονύση Τσακνή.
Ουσιαστικά πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες καινοτομίες που εισήγαγε με τέτοιο οργανωμένο και επαναλαμβανόμενο τρόπο στο ελληνικό τραγούδι. Για τον Τριπολίτη, ένα τραγούδι οφείλει να είναι χρήσιμο, να έχει πράγματι κάτι σημαντικό να πει. Για το σκοπό αυτό αξίζει να θυσιαστεί η ομοιοκαταληξία που θα το έκανε πιο προσιτό στον μέσο ακροατή, αξίζει η πλήρης αποδόμηση της μορφής προς όφελος του περιεχομένου, η αναζήτηση νέων εκφραστικών μέσων ώστε περιεχόμενο και μορφή να λειτουργούν το ένα προς όφελος του άλλου. Αυτός είναι και ο λόγος που δε θα δούμε εύκολα τα τραγούδια του να γίνονται τσιτάτα. Είναι επίσης και ο λόγος που πολλές φορές στα τραγούδια του ακούμε τη μουσική να αλλάζει αιφνιδιαστικά ρυθμό και μέτρο˙ είναι οι απόπειρες των συνθετών να ακολουθήσουν την ιδιαίτερη γραφή του. Είναι το “γύρισμα” ρυθμού και μουσικής πχ στο «Σχήμα λόγου», που αναγκάζει τον Αντώνη Βαρδή να εφεύρει ένα καινούργιο τραγούδι μέσα στο τραγούδι:

Ο λόγος δεν έχει λόγο να λέγεται
το λόγο αυτόν εγώ τον σεβάστηκα.
Και να! η Τροία ακόμη καίγεται.
Και να! ο Αδόλφος υψώνει τη σβάστικα.
Νίκη!
Συγκάτοικοι είμαστε όλοι στην τρέλα
κι εγώ δεν έχω για νοίκι,
φορούσε μαύρο νυφικό η περσινή μας η κοπέλα
κι ο λόγος αυτός την ανήκει. (…)
(Από το τραγούδι «Σχήμα λόγου» σε μουσική του Αντώνη Βαρδή. Δίσκος: «Συγκάτοικοι είμαστε όλοι στην τρέλα». Ερμηνεία: Αντώνης Βαρδής, Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, Χάρης & Πάνος Κατσιμίχας)

Είπατε ό,τι είχατε να πείτε.
Προσοχή: η μνήμη όταν επιστρέφει,
εκδικείται με τις ίδιες άδειες λέξεις
που σ’ αυτήν θ’ αποταθείτε.
Η ζωή ενθάδε κείται,
κι όχι μόνον η ζωή.
(«Και όχι μόνον». Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος. Δίσκος: «Συγνώμη για την άμυνα». Ερμηνεία: Γιώργος Νταλάρας)

Σίγουρα η μελοποίηση στίχων του Τριπολίτη δεν είναι και η πιο εύκολη υπόθεση για τους συνθέτες, οι οποίοι με τη σειρά τους οφείλουν να ακολουθήσουν τους ρυθμούς του λόγου του που διαρκώς αλλάζουν. Η τακτική όμως αυτή του Τριπολίτη δε γίνεται από εμμονή ή πρόθεση για καινοτομία γενικώς κι αορίστως. Πρόκειται για μία συνειδητή επιλογή που σκοπό έχει να θέσει τον ακροατή απέναντι στο περιεχόμενο τού τραγουδιού του χωρίς να εκβιάσει το συναίσθημα.
Από τη δεκαετία του ’80 και μετά, η νέα γενιά στιχουργών επιδόθηκε σε έναν αγώνα δρόμου με σκοπό να ανακαλύψει τα εκφραστικά μέσα που θα μπορούσαν να αποδώσουν συναισθήματα που γεννά η ίδια η καθημερινότητα. Γεννήθηκε έτσι νέο είδος αστικού τραγουδιού, που μπορεί μεν να πρόσφερε σπουδαία δείγματα, όμως πολύ γρήγορα μετατράπηκε σε μανιέρα. Ιδίως στις περιπτώσεις όπου ορισμένοι στιχουργοί βρήκαν τη μαγική συνταγή και άρχισαν να μιμούνται τον ίδιο τους τον εαυτό, το τραγούδι τους έπαψε να τροφοδοτεί το συναίσθημα και αρκέστηκε μονάχα στο να το εκβιάζει. Αντίθετα, ο Τριπολίτης έπλασε μια απόλυτα προσωπική γλώσσα, επιδιώκοντας την αφύπνιση της συνείδησης που τροφοδοτεί το συναίσθημα. Τα τραγούδια του είναι στοχευμένα, θέλουν πάντα κάτι συγκεκριμένο να καταδείξουν. Η φλου αρτιστίκ αισθητική που περιγράψαμε πιο πάνω, αυτή που κινητοποιεί μονάχα το συναίσθημα αλλά στο τέλος δεν αφήνει κανένα συγκεκριμένο φορτίο πέραν μιας θολής και αόριστης συναισθηματικής φόρτισης, δεν αφορά ούτε στο ελάχιστο τον Τριπολίτη.
Όσο και να ψάξουμε, δε θα βρούμε κανέναν στιχουργό ή τραγουδοποιό να έχει αφομοιώσει τον τρόπο που ο Τριπολίτης τοποθετεί τον ακροατή απέναντι αλλά και μέσα στα θέματά του. Κι αυτό γιατί δεν αρκεί ο σωστός χειρισμός της γλώσσας και δυο - τρία κλειδιά που θα ανακαλύψει κάποιος επίδοξος στιχουργός για να μαγνητίσει τον δέκτη. Χρειάζεται μια άλλου είδους διεισδυτική ματιά, που από την αρχική της πρόθεση μέχρι το τελικό αποτέλεσμα δε θα παρεκκλίνει από τον μοναδικό της στόχο: ένα τραγούδι ικανό να κινητοποιήσει τον ακροατή και όχι να παίξει το ρόλο του μεταπράτη ανάμεσα στον ίδιο και τα συναισθήματά του. Αυτή αποτελεί την βασική αρχή της στιχουργικής του Τριπολίτη.
Οι στίχοι του έχουν μεγαλύτερη σχέση με την πεζογραφία παρά με την ποίηση. Μοιάζουν περισσότερο με μικρές νουβέλες που παρασύρουν σε κόσμους όπου το σκηνικό είναι το περιβάλλον του ακροατή, η καθημερινότητά του, ο ίδιος του ο βίος, παρά με ποιήματα που κουβαλούν εικόνες που υπαινίσσονται τον βίο αυτό. Γι’ αυτό κι επιλέγει πεισματικά να μιλήσει για τη σκληρή όψη αυτής της πραγματικότητας. Στον κόσμο του Τριπολίτη τα πράγματα αξίζει να λέγονται μονάχα με το πραγματικό τους όνομα. Δεν επινοεί ένα δικό του περιβάλλον που αντλεί ερεθίσματα από τις προσωπικές του αγωνίες. Είναι η πραγματικότητα που τροφοδοτεί τις αγωνίες του, και σ’ αυτή την ίδια τις επιστρέφει με τη μορφή στίχων.

Στη χώρα του απροσδιόριστου
στο χρόνο ζω του αόριστου,
του αόρατου και του άοσμου
παραπατώντας στο χάος μου.
(Από το τραγούδι «Φετίχ». Μουσική: Διονύσης Τσακνής. Δίσκος: «Γέφυρες». Ερμηνεία: Διονύσης Τσακνής)

Μέσα στο δικό του στιχουργικό περιβάλλον, τα πάντα αποκτούν τις πραγματικές τους διαστάσεις: η καθημερινότητα, η ανθρώπινη επικοινωνία, η μοναξιά, ο έρωτας, η γυναίκα, η πολιτική, η εξουσία. Ο Τριπολίτης αφήνει άλλους να μιλήσουν για τη φωτεινή πλευρά των πραγμάτων. Εκείνος στρέφει τη ματιά του μακριά από παραμορφωτικούς καθρέφτες και αντιμετωπίζει την πραγματικότητα γυμνή. Το σημαντικότερο είναι ότι κατορθώνει να διαβάσει την εποχή του με τέτοιο διεισδυτικό τρόπο, γι’ αυτό και θεωρείται ο στιχουργός που έχει αρθρώσει τον πιο μεστό και ουσιαστικό πολιτικό λόγο στο σύγχρονο ελληνικό τραγούδι. Είναι μοναδικός ο τρόπος που αφουγκράστηκε την ελληνική κοινωνία τα τελευταία τριάντα χρόνια και μίλησε μέσα στην εποχή του. Παρατηρώντας κάποιος την ανάπτυξη της στιχουργικής του από το ’81 μέχρι και σήμερα, θα μείνει πραγματικά έκπληκτος μπροστά στην οξυδέρκεια και την διεισδυτική ματιά του. Αυτός είναι άλλωστε κι ο λόγος που ακούμε πολλές φορές να μιλάνε ορισμένοι για την διαχρονικότητα των τραγουδιών του, αλλά και για την ικανότητά του να γράφει τραγούδια που προηγούνται της εποχής του.
Στην πραγματικότητα, όλη αυτή η φιλολογία για το “πόσο μπροστά” είναι η στιχουργική του Τριπολίτη είναι μια εντελώς λανθασμένη τοποθέτηση. Δε διαθέτει μαντικές ικανότητες ώστε να προβλέπει το μέλλον. Διαθέτει όμως τη μοναδική ικανότητα να “διαβάζει” το σήμερα, να αφουγκράζεται το παρόν και να παρατηρεί αντιδράσεις και πρακτικές γύρω του. Όταν για παράδειγμα κατέρρευσαν οι χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ και εγκαινιάστηκε η Νέα Τάξη Πραγμάτων με τον πόλεμο του Περσικού, ο Τριπολίτης έγραφε το «Ανεμολόγιο». Ακόμα και σήμερα το τραγούδι ακούγεται σαν να γράφτηκε μόλις χθες. Αυτό όμως δεν καθιστά τον Τριπολίτη “μάντη”. Το ότι δεν υπάρχει άλλος στιχουργός (ίσως με μοναδική εξαίρεση τον Άλκη Αλκαίο) που να αφουγκράστηκε την εποχή του φιλτράροντάς την μέσα από ένα αμιγώς πολιτικό φίλτρο, καταδεικνύει ακριβώς ένα μεγάλο κενό που υπάρχει στο ελληνικό τραγούδι από τη μεταπολίτευση μέχρι και σήμερα. Τελικά, αυτό που κατάφερε ο Τριπολίτης είναι να μιλήσει πέρα από το σύνθημα, πλάθοντας καινούργιους κώδικες επικοινωνίας μέσω του μαζικότερου και πιο αποτελεσματικού μέσου που είναι το τραγούδι.


Επίλογος – Δισκογραφία

Στην προσπάθεια να γίνει μία έγκυρη καταγραφή της δισκογραφίας του Κώστα Τριπολίτη, το internet αποδείχτηκε πολύτιμος σύμβουλος, αν και σε πολλές περιπτώσεις χρειάστηκε διασταύρωση των πληροφοριών μιας και διαπιστώθηκαν αρκετά λάθη και παραλείψεις. Ο παρακάτω κατάλογος με τα τραγούδια που έχουν εκδοθεί στη δισκογραφία αποτελεί περισσότερο αφορμή για περεταίρω έρευνα, παρά μια πλήρης καταγραφή των στίχων του Κώστα Τριπολίτη.

1977 – Βασιλική Λαβίνα: Πες μου
  1. Ποια είμαι και τι θέλω (μουσική: Λίνος Κόκοτος)
  2. Αχ η ζωή μου (μουσική: Λίνος Κόκοτος)
  3. Έτσι κι εγώ σ’ αγάπησα (μουσική: Μίμης Πλέσσας)

1979 – Χάρρυ Κλύνν: Για δέσιμο (μουσική: Γιώργος Κριμιζάκης)
  1. Ώχου χαβαλές
  2. Το τέρας του Λόχνες
  3. Η Ηλεκτρούλα
  4. Ο κύριος Χατζηλάστιχος

1979 – Χριστιάνα: Χριστιάνα
  1. Δυο νότες από τον Σοπέν (μουσική: Νίκος Ιγνατιάδης)
  2. Θα φύγω όταν κοιμάσαι (μουσική: Νίκος Ιγνατιάδης)
  3. Τα χειλάκια μου ματώνεις (μουσική: Νίκος Ιγνατιάδης)

1979 – Μπέσσυ Αργυράκη: Μεγάλη στιγμή
  1. Μεγάλη στιγμή (μουσική: Νίκος Ιγνατιάδης)
  2. Ανασαίνω (μουσική: Νίκος Ιγνατιάδης)

1979 – Γιώργος Χατζηνάσιος: Εικόνες (τραγούδι: Δήμητρα Γαλάνη)
  1. Ζω
  2. Κοίτα πράγματα
  3. Κι είχα μοιραστεί μαζί σου
  4. Το γρανάζι
  5. Μη γελάς
  6. Είναι πληγή η αγάπη μου

1980 – Χριστιάνα: Τι να μας κάνει η νύχτα
  1. Σου πήρα την καρδιά (μουσική: Νίκος Ιγνατιάδης)

1980 – Λιζέττα Νικολάου: Σ’ αγάπησα, μ’ αγάπησες
  1. Ήρθες νύχτα (μουσική: Αντώνης Βαρδής)

1980 – Γιώργος Χατζηνάσιος: Χωρίς ταυτότητα (τραγούδι: Τάνια Τσανακλίδου)
  1. Τα Σάββατα
  2. Στα κόκκινα φώτα του μπαρ

1980 – Νένα Βενετσάνου: 6 ελληνικά τραγούδια & 5 τραγούδια σε ποίηση Paul Eluard
  1. Απόπειρα

1981 -  Μιχάλης Βιολάρης: Το γαϊτανάκι της ζωής (μουσική: Ανδρέας Πρέζας)
  1. Ο κόσμος είναι όνειρο
  2. Καρδούλα μου αντάρτισσα
  3. Εσύ ήσουνα για μένα
  4. Αυτό μη το ξεχάσεις

1981 – Μίκης Θεοδωράκης: Επιβάτης (τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη_MINOS EMI / Μαργαρίτα Ζορμπαλά_LYRA)
  1. Επιβάτης
  2. ‘80
  3. Αφιέρωμα (Με σημαία και περίστροφο)
  4. Τώρα (ΟΤΕ)
  5. Απόστημα
  6. Το τραγούδι μου
  7. Όλοι
  8. Κυριακές
  9. Αν
  10. Στη νύχτα σου δοσμένος
  11. Σαν να μην έζησα ποτέ
  12. Τα σύνορα εδώ

1981 – Μίκης Θεοδωράκης: Ραντάρ (τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας)
  1. Αγάπη
  2. Εφαρμογή
  3. Ξημερώνει
  4. Λέγε
  5. Ως το τέρμα
  6. Δε θέλω πια
  7. Τη ζωή μου έχω χάσει
  8. Χειρολαβή
  9. Ξένος
  10. Ραντάρ
  11. Χωρίς φεγγάρια
  12. Σύνοψη

1981 – Γιώργος Χατζηνάσιος: Πίσω απ’ τη βιτρίνα (τραγούδι: Γιάννης Κούτρας)
52. Τώρα θυμάσαι
53. Πίσω απ’ τη βιτρίνα
54. Αν ρωτάς τι τρέχει
55. Ώρα εφτά ηλεκτρικός
56. Μια πατρίδα
57. Η πόλη αυτή

1981 – Δήμος Μούτσης: Φράγμα
58. Γράμμα από την Λεγεώνα των Ξένων (τραγούδι: Δήμος Μούτσης)
59. Ερηνούλα μου (Delenda est) (τραγούδι: Δήμος Μούτσης)
60. Φράγμα (τραγούδι: Δήμος Μούτσης)
61. Δε λες κουβέντα (τραγούδι: Σωτηρία Μπέλλου – Δήμος Μούτσης)
62. Κουβεντούλες με τον Φρόυντ (τραγούδι: Δήμος Μούτσης, Λουκιανός Κηλαηδόνης, Άλκιστη Πρωτοψάλτη)
63. Στον ίδιο παρανομαστή (τραγούδι: Σωτηρία Μπέλλου)
64. Νταλίκα (τραγούδι: Σωτηρία Μπέλλου)
65. Διαδόσεις (τραγούδι: Λουκιανός Κηλαηδόνης, Δήμος Μούτσης)

1981 – Σταμάτης Κραουνάκης: Σκουριασμένα χείλια (τραγούδι: Βίκυ Μοσχολιού)
66. Κόκκινο κουμπί
67. Ηλεκτρισμένα
68. Έτσι κι αλλιώς
69. Σε γύρεψα
70. Επεμβαίνεις (τραγούδι: Βίκυ Μοσχολιού – Γιώργος Ζαμπέτας)
71. Συχνότητα
72. Έξω οι φωνές
73. Τζετ
74. Όργανο εκτελεστικό

1983 – Λίνος Κόκοτος: Νά ‘ταν η ζωή τραγούδι
75. Σαν παλιό αλφαβητάρι (τραγούδι: Γλυκερία)

1986 – Αντώνης Βαρδής: Συγκάτοικοι είμαστε όλοι στην τρέλα
76. Σχήμα λόγου (τραγούδι: Αντώνης Βαρδής, Χάρης & Πάνος Κατσιμίχας, Λαυρέντης Μαχαιρίτσας)

1987 – Διονύσης Τσακνής: Το τρίτο μάτι
77. Tο τρίτο μάτι

1987 – Τάκης Μπουγάς: Ρίνγκ (οι περισσότεροι στίχοι υπογράφονται με το ψευδώνυμο Κώστα Άλλος)
78. Πειρασμός (Κώστας Άλλος) (τραγούδι: Τάνια Τσανακλίδου)
79. Ρινγκ (Κώστας Τριπολίτης) (τραγούδι: Μαρία Κανελλοπούλου)
80. Ψεύτικη απάντηση ενός απογεύματος (Κώστας Άλλος) (τραγούδι: Μαρινέλλα)
81. Ελικόπτερο(Κώστας Άλλος) (τραγούδι: Τάνια Τσανακλίδου)
82. Χημικά (Κώστας Άλλος) (τραγούδι: Μαρία Κανελλοπούλου)
83. Παράθυρα (Κώστας Τριπολίτης) (τραγούδι: Τάνια Τσανακλίδου)
84. Τηλεφωνώ (Κώστας Άλλος) (τραγούδι: Μαρινέλλα)
85. Τύπισσα (Κώστας Άλλος) (τραγούδι: Τάνια Τσανακλίδου)
86. Βρώμικο (Κώστας Άλλος) (τραγούδι: Μαρία Κανελλοπούλου)
87. Με κάμερα και φλας (Κώστας Άλλος) (τραγούδι: Τάνια Τσανακλίδου)
88. Παραλία 6μ.μ. (Κώστας Άλλος) (τραγούδι: Μαρία Κανελλοπούλου)

1987 - Η Χάρις Αλεξίου σε απρόβλεπτα τραγούδια
89. Οι ακροβάτες (μουσική: Θάνος Μικρούτσικος)

1987 – Λάκης με τα ψηλά ρεβέρ: Αγώνες Ταχύτητας
90. Στη μνήμη των φίλων

1987 – Νίκος Ζιώγαλας: Ό,τι πεις απόψε θα γίνει
91. Γκέτο

1988 – Θάνος Μικρούτσικος: Όλα από χέρι καμένα (τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου)
92. Όλα από χέρι καμένα
93. Μπουμ
94. Κάντιλακ
95. Ένα μπλουζ
96. Αλίκη
97. Κοντρόλ
98. Ηλεκτρικό πρόβατο
99. «Πρωταθλητής»
100. Γενέθλια ‘86
101. Ονειρεύομαι (L.A.)

1989 – Θάνος Μικρούτσικος: Όσο κρατάει ένας καφές
102. Άρλεκιν (τραγούδι: Θάνος Μικρούτσικος)

1989 – Θάνος Μικρούτσικος: Συγγνώμη για την άμυνα (τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας)
103. Ανεμολόγιο
104. Χαίρε φτώχεια
105. Συγγνώμη για την άμυνα
106. Μοναξιά… χιλιάδες φύλλα
107. Προσπέκτους
108. Βεελζεβούλ
109. Μίσος
110. Ένα και το αυτό
111. Παλίρροια
112. 1-0
113. Και όχι μόνον

1991 – Γ. Νταλάρας – Β. Παπακωνσταντίνου: Ζωντανή ηχογράφηση στο Αττικόν
114. Lil (Μόνο λόγια) (μουσική: παραδοσιακή Ισπανίας – τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας)

1994 – Αντώνης Βαρδής: Κοινή γνώμη (οι περισσότεροι στίχοι υπογράφονται με το ψευδώνυμο Κώστα Άλλος)
115. Κοινή γνώμη (Κώστας Τριπολίτης)
116. Το αρσενικό είναι τοξικό (Κώστας Άλλος)
117. Προοπτικές (Κώστα Άλλος)
118. Είμαι ερημιά (Κώστας Άλλος)
119. Σκύλα βροχή (Κώστας Άλλος)

2002 – Διονύσης Τσακνής: Γέφυρες
120. Ράλι δακρύων
121. Πρόεδρε… (τραγούδι: Διονύσης Τσακνής, Σπείρα - σπείρα)
122. Το κοινό (τραγούδι: Σταμάτης Κραουνάκης, Διονύσης Τσακνής, Σπείρα – σπείρα)
123. Φετίχ
124. Τύραννος (τραγούδι: Γιώργος Μεράντζας)
125. Στον ήλιο του ανύπαρκτου
126. Μηχανικός baby
127. Του Τσιτσάνη η συννεφιά (τραγούδι: Δημήτρης Μητροπάνος)
128. Αυτά που λες (τραγούδι: Κώστας Μακεδόνας, Φίλιππος Πλακιάς, Διονύσης Τσακνής)

2007 - Μάρθα Μεναχέμ: Μικρή ελεγεία
129. Lacrima (τραγούδι: Χρήστος Θηβαίος)
130. Λιβελόγραμμα (τραγούδι: Μάρθα Μεναχέμ, Γιάννης Λεκόπουλος)

-----------------------------------
Δημοσιεύτηκε στο www.musicpaper.gr