Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2016

Ο Βασίλης Νικολαϊδης για το Je reviens toujours των Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω

Την πρώτη δισκογραφική συνεργασία του Βασίλη Νικολαΐδη με τους Χάνομαι γιατί Ρεμβάζω τη συναντάμε το 1988, όταν στο Σείριο του Μάνου Χατζιδάκι εκδόθηκε ο 5ος κατά σειρά δίσκος του συγκροτήματος, Τα Παροίνια. Η πορεία τους όμως έχει ξεκινήσει νωρίτερα, από το 1981, με τη γνωριμία τους στους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού της Κέρκυρας. Και πάλι ο Μάνος Χατζιδάκις «παρών», με τον τρόπο του...

Θα μπορούσαμε να γεμίσουμε πολλές σελίδες ιστορώντας, τόσο τη δισκογραφική πορεία των Χάνομαι γιατί Ρεμβάζω και του Βασίλη Νικολαΐδη ξεχωριστά, όσο και την, από κάποια στιγμή και έπειτα, συχνή συμπόρευσή τους σε ρόλους διακριτούς: του Νικολαϊδη στο ρόλο του στιχουργού και των Χάνομαι γιατί Ρεμβάζω (και ειδικότερα των Χάρη Καβαλλιεράτου και Γιώργου Φιλιππάκη) στο ρόλο των μελωδών.
Προτιμήσαμε όμως να μας αφηγηθεί ο ίδιος.

Η αφορμή, δεν ήταν δύσκολο να βρεθεί. Ένα κόκκινο μπαλόνι «που πετάει ανάμεσα στου κόσμου τις βλαστήμιες», τo ρεφραίν στα γαλλικά, ο Εμπειρίκος, η Αργώ… αυτά και μόνο, ήταν αρκετά.
Αθώοι, σχεδόν αφελείς, στείλαμε πρόσκληση.
Κι εκείνος κατέφτασε χαμογελαστός και, αντί να χτυπήσει το κουδούνι, έβαλε το κλειδί και μπήκε!
Σαν στο σπίτι του, που λέμε… Έτσι ακριβώς όπως έπρεπε.
Κι έφερε δώρα ακριβά:
Αναμνήσεις, έργο ζωγραφισμένο κατακόκκινο (μπαλόνι ολόφωτο, δίχως βαρίδια), φωτογραφία, κι ένα αφήγημα σκέτη απόλαυση, όλα για την επίσημη πρώτη τους στο Άρωμα του Τραγουδιού!

Χωρίς άλλα περιττά λόγια, νιώθοντας μεγάλη χαρά και τιμή, καλωσορίζουμε τον λόγο του Βασίλη Νικολαΐδη στο Άρωμα του Τραγουδιού και τον ευχαριστούμε από καρδιάς για τη γενναιοδωρία του.
Αφορμή, το τραγούδι Je reviens toujours.
Για τις αιτίες, θα μιλήσουμε μιαν άλλη φορά…
.
---------------------------------------------



Je reviens toujours
(Ημέρες του περασμένου αιώνα.)

«Ά, τι ωραία που θα είναι, όλα να τα βλέπης και όλα να τα απολαμβάνης, από εκεί επάνω, χωρίς καημούς, χωρίς δεσμά!»
Ανδρέας Εμπειρίκος, Αργώ ή Πλους Αεροστάτου.

.
Μιλάμε για την δεκαετία του ογδόντα. Στο σπίτι του Φαλήρου έμενε ο Χάρης, αλλά ήταν συγχρόνως και στέκι συναναστροφής και καλλιτεχνικής-ιδεολογικής ζύμωσης, καθώς και χώρος για τις πρόβες των Χάνομαι γιατί Ρεμβάζω. Θυμάμαι κάποτε τον Μπαχ -στην σύντομη βέγκαν περίοδό του- να παραγγέλνει σουβλάκια χωρίς σουβλάκια, μόνο ντομάτα, κρεμμύδι, τζατζίκι και πάπρικα. Ενώ εγώ διάβαζα μια υπέροχη ανάλυση της Τσάινατάουν (ποιανού;) που ήταν στην βιβλιοθήκη του Χάρη. Παντρεύτηκε ο Κερκύρας και του φτιάξαμε τραγούδι, το τραγουδήσαμε με τα όργανα στην εκκλησία. Μετά ο Χάρης και η Μπάρμπαρα φύγανε, πήγαν στο Λαγονήσι. Πήγαινα και ψήναμε παϊδάκια στην αυλίτσα, πίσω από την κουζίνα.

Είχα αρχίσει να δικηγορώ. Πελάτες δικούς μου δεν είχα. Κρατούσα ένα γραφείο κάποιου παλιού δικηγόρου, του Διαδρομόπουλου. Ήταν κομμουνιστής παλιός. Στα χρόνια του Εμφυλίου υπερασπιζόταν τους υπόδικους στα στρατοδικεία δωρεάν. Σαν γιατρός σε επιδημία πανούκλας τον δωδέκατο αιώνα, δεν γίνεται να σώσεις τους καταδικασμένους σε θάνατο. Ύστερα, επί Χούντας, του πήραν την άδεια ασκήσεως. Δικηγορούσε με ψεύτικο όνομα. Ή έστελνε άλλους συναδέλφους να παρασταθούν στην έδρα. Με την Μεταπολίτευση, ορθοπόδησε τελικώς. Αλλά μετά αρρώστησε, δεν μπορούσε να πηγαίνει στο γραφείο, και ήθελε έναν νεαρό να το κρατάει ανοιχτό, να παρίσταται στα δικαστήρια, να γράφει αγωγές, να καταθέτει δικόγραφα, να απαντάει στα τηλέφωνα, να ταξινομεί τον Ραπτάρχη*, παιδί για όλες τις δουλειές. Έβγαινε το μεροκάματο, τέλος πάντων. Κρατιόταν κι' ο Διαδρομόπουλος με τα δόντια στον μάταιο τούτο κόσμο, να περιμένει τον Κόκκινο Στρατό να κατέβει από την Βουλγαρία.

Ο Διαδρομόπουλος είχε έναν πελάτη, Μπαταχτζίδη ονόματι. Ήταν ένας γίγας με θλιμμένα μάτια που κοιτούσαν βαθιά μέσα στα μάτια των άλλων με την πιο αυθεντική αθωότητα. Παρίστανε και τον ξυλουργό, κάποτε ίσως και να υπήρξε. Ήταν βιρτουόζος της ακάλυπτης επιταγής. Τον γλύτωνε μετά ο Διαδρομόπουλος με κάτι ταχυδακτυλουργίες, άφηνε τον Μπαταχτζίδη να δικαστεί ερήμην πρωτοδίκως, έτρωγε αυτός τρεις-τέσσερις καμπάνες χωριστά. Μετά, έκανε έφεση τις τρεις-τέσσερις πρωτόδικες μαζεμένες, και μετά πήγαινε μόνος του ο Διαδρομόπουλος στο Εφετείο, γιατί αν εμφανιζόταν μαζί και ο Μπαταχτζίδης θα τον μπουζουριάζανε, είχε κι' άλλες εκκρεμότητες, χαμός. Έδινε λοιπόν ο Διαδρομόπουλος των δικαστών ένα γιατρόχαρτο που έλεγε πως ο Μπαταχτζίδης ήταν άρρωστος, γιατί ο Μπαταχτζίδης λάδωνε τον γιατρό, τόπαιρνε το χαρτί. Κάναν λοιπόν αυτοί οι δικασταί πως το χάβαν τον μύθο, άφηναν τον Διαδρομόπουλο να δικάσει κανονικά, εδικάζετο ωσεί παρών ο Μπαταχτζίδης, εκπροσωπούμενος από τον συνήγορό του. Οπότε ο Διαδρομόπουλος έκανε αίτηση συγχώνευσης επί τόπου στο ακροατήριο, τρεις το λάδι, τρεις το ξύδι, πέντε το λαδόξυδο, μετατρέψιμη να πούμε προς τόσο την ημέρα, βάλε πενήντα, βάλε εκατό χιλιάρικα σύνολο, πλήρωνε, καθάριζε. Πέρναγε το μεσημέρι από το γραφείο ο Μπαταχτζίδης, "είχαμε τον Άγιο Φανούριο που μας φύλαγε, Βασίλη μου, μεγάλη η χάρη του," έλεγε και σταυροκοπιόταν. Κι' είχε φάει των αλλουνών μπορεί και δύο εκατομμύρια με τις ακάλυπτες επιταγές. Που πάει να πει ένα εκατομμύριο εννιακόσιες χιλιάδες καθαρό κέρδος. Εις δραχμάς, τότε. Πως τα κατάφερνε να βγάζει μπλοκ επιταγών με τέτοιο μητρώο, άγνωστον. Τέτοιες υποθέσεις ανέλαβα στο γραφείο του Διαδρομόπουλου, έβλεπα τους μηνυτές να κλαίνε σπαρακτικά, δεν ήξερα πως να φερθώ. «Εσύ το ψωμί σου βγάζεις, βρε παιδάκι μου», μου λέγανε οι εξαπατημένοι του Μπαταχτζίδη, «αλλά αυτό το κάθαρμα μας κατέστρεψε, πεινάνε τα παιδιά μας». Αυτά να τα κάναμε ταινία, θα σαρώναμε όλα τα Όσκαρ και τους Φοίνικες.

Το γραφείο του Διαδρομόπουλου αποτελείτο από δύο δωματιάκια στο αίθριο μιας παλιάς πολυκατοικίας της οδού Σταδίου, στον έβδομο, κοντά στην Ομόνοια. Τουλάχιστον έβλεπα πολύ ουρανό μπλε. Είχε ένα φορητό αιρκοντίσιον μέσα, κι' ένα ψυγειάκι, στριμωγμένο μεταξύ της περιστρεφόμενης πολυθρόνας του Διαδρομόπουλου -καπιτονέ από δερματίνη- και της βιβλιοθήκης με το Νομικό Βήμα. «Μπαίνει ο άλλος μέσα, σου λέει έχει και ψυγείο, καλός δικηγόρος θα είναι, επιτυχημένος,» έλεγε ο Διαδρομόπουλος. Οι φάκελλοι, ένα δάχτυλο σκόνη, εντωμεταξύ.
Έκανα διπλή ζωή, εκείνα τα χρόνια. Έπαιζα συνήθως στο Καφεθέατρο της Κοδρινγκτώνος, άλλοτε με τους Χάνομαι, ή με τον Μακρή, ή και τον Τόμπλερ. Έπαιζα και Θεσσαλονίκη, στο Λιόγερμα του Αγγελίδη. Και σε διάφορες πόλεις, Γιάννενα, Έδεσσα, Σέρρες, Κατερίνη, Καβάλα, Κοζάνη, Καρδίτσα, Λεχαινά, Ρέθυμνο, Χανιά, και που δεν πήγα με την κιθάρα μου!
Όμως ο καημός μου ήταν άλλος. Να ήμουν χειμώνα σ' ένα νησί. Νάχει λιακάδα. Και να απολαμβάνω ένα ουζάκι με γαύρο τηγανητό στην παραλία.

* * * * * * * *

Τέλος πάντων, στο γραφειάκι της Σταδίου περνούσα και πολλές ώρες απραξίας, ιδίως πριν από τις γιορτές. Δεν θυμάμαι την χρονιά, ήταν το ‘86 ή το ‘87. Είχα πάει λοιπόν πρωί στο γραφείο, κι' έκανε ψόφο, κι' είχα ανάψει το αιρκοντίσιον, δεν πάταγε ψυχή, και το τηλέφωνο είχε μουγγαθεί για ώρες, κι' όλα ήταν φίνα. Καθόμουν λοιπόν και σκάλιζα με την πένα το χαρτί, καφέ και τσιγαράκι. Φαίνεται όμως πως ο χώρος μού ήταν ανοίκειος για να γράψω τραγούδια, τουλάχιστον με τον τρόπο που έφτιαχνα τα δικά μου τραγούδια. Δεν ήταν οι εικόνες της δικής μου ζωής που μου έρχονταν, ούτε στην δική μου γλώσσα, διότι εκείνο το αερόστατο του Ανδρέα Εμπειρίκου έγραφε απάνω Je reviens toujours, και εγώ δεν θα τολμούσα να γράψω στίχους στα γαλλικά λόγω εθνικής υπερηφανείας αν μη τι άλλο, αλλά για να περάσει η ώρα τόγραψα, και συνέχισα να πλέχω ομοιοκαταληξίες, δίχως νάχω ένα κάποιο θέμα στο μυαλό μου, κι' όπου με πάει, διότι πάντα μου άρεσε να γράφω και να σχεδιάζω με πένα, χωρίς να καλοσκέπτομαι, και μάλιστα με μαύρο μελάνι.

Επίσης, πρέπει να πω πως ο ανδριάντας του κυρ Ανδρέα στην Άνδρο γράφει αποκάτω ΤΑΞΙΔΕΥΤΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΡΟΦΕΥΣ, αλλά εγώ δεν τόξερα, δεν είχα πάει ακόμα στην Άνδρο, άσε που μπορεί να μην τον είχαν βάλει ακόμα. Έγραφα λοιπόν αυτομάτως, για εκείνο το αερόστατο την ΑΡΓΩ, που είχα διαβάσει στο Γυμνάσιο, το οποίο πήρε τους τρεις εκείνους αεροναύτας μαζί του, και ούτε το κατάλαβα πως εκείνοι απεχώρησαν από το αερόστατο, και έμεινα μόνος επιπλέων του αέρος ανάλαφρα, και πως έτσι ευδαίμων και αιωρούμενος άγνωστον πώς, έπλεχνα στίχους απολύτως μετρημένους με την πένα μου, και μάλιστα με μία παράξενη ομοιοκαταληξία, ή τουλάχιστον μια χαχόλικη γλωσσική γεωμετρία, ευσταθέστατη και ευέλικτη, την οποία ανακάλυψα δεκαετίες αργότερα πως υπήρχε μέσα στο ποίημα. Τι έκανα δηλαδή; Έκανα πεντάστιχα! Όπου ο πρώτος στίχος κάθε πενταστίχου έκανε ρίμα με τον τρίτο, κι' όλοι μαζί -ω! του θαύματος- τέλειωναν σε -άει: πετάει και γελάει, ξεψυχάει και χτυπάει, παραφυλάει και τρυπάει, κατρακυλάει και ακολουθάει, κρατάει και ξαναγυρνάει, χαλάει και τραβάει. Έπειτα, ο δεύτερος στίχος κάθε πεντάστιχου τέλειωνε πάντα σε παροξύτονη λέξη σε -ες: βλαστήμιες, δεσποινίδες, ιστορίες, πλανήτες, λύπες, και ακτίνες. Ο τέταρτος στίχος του κάθε πεντάστιχου ήταν οξύτονος και τέλειωνε σε -ού: βαποριού, σπιτιού, κελιού, Χριστού, γυρισμού, και φεγγαριού. Ο πέμπτος στίχος τέλειωνε σε -ούς: αφρούς, γνωστούς, αδειανούς, Χριστούς, γυρισμούς, και σκοτεινούς. Με άλλα λόγια, η θεός να την κάνει ομοιοκαταληξία του στιχουργήματος βρισκόταν η μισή εντός της κάθε πεντάστιχης στροφής και η άλλη μισή εκτός, μέσα στις υπόλοιπες στροφές του!

Περιττό να σας πω πως τούτη την μεταξύ των πενταστίχων οιονεί ομοιοκαταληξία δεν την είχα επιτύχει εγώ κατά κυριολεξίαν, αλλά το ασυνείδητό μου, διότι εγώ την ίδια ώρα που έγραφα προσπαθούσα να καταλάβω που πήγαινε το έρμαιο το ποίημα και δεν πρόσεχα πολύ ομοιοκαταληξίες και τέτοια. Για να είμαι ειλικρινής, ακόμη δεν έχω καταλάβει απολύτως ούτε πως βγήκε το ποίημα έτσι συμμετρικό χωρίς να φαίνεται, ούτε τι θέλει να πει. Μπορεί να το έγραψε και κάποιος άλλος. Πάντως, σε κάθε πεντάστιχο ήταν κάποιος ταξιδευτής-επιστροφεύς που μιλούσε αντ' εμού, και αυτός ο ψημμένος μεταμορφωνόταν διαδοχικώς σε μπαλόνι, μπεκρή, σκύλο, αγνοούμενο, λέξη, δραπέτη, διάττοντα αστέρα και μάγο χριστουγεννιάτικο με δερβίσικο φέσι και μια κελεμπία μάλλινη με αστεράκια χρυσά διότι κρύο, αλλά δυστυχώς όλοι τον διώχναν, κανένας δεν τον ήθελε, από παντού γεύεται την απόρριψη και την μοναξιά, ενώ αυτός εις πείσμα των καιρών και των ανθρώπων επιστρέφει, κι' ας ξέρει πως η επιστροφή δεν έχει νόημα, γενναιόδωρος και ελεύθερος, αλλά πικραμένος και αντιφατικός, πιστεύει πως στο τέλος, δεν γίνεται αλλιώς, θα δικαιωθεί, και θα σώσει και την ανθρωπότητα. Για κερασάκι στην τούρτα έβαλα κι' αυτόν τον στίχο στα γαλλικά ανάμεσα στα πεντάστιχα. Αυτόν που τον έκλεψα βεβαίως, που ήταν γραμμένος πάνω σε κείνο το αερόστατο. Εγώ, ο φλογερός υπέρμαχος του ελληνικού στίχου, ο άτεγκτος τιμητής της λογοκλοπής, είχα κάνει βουταρία το Je reviens toujours από τον Ανδρέα Εμπειρίκο!

* * * * * * * *

Όμως ποιός ήταν αυτός ο μυστηριώδης αφηγητής, αυτός ο αεί μεταλλασσόμενος ταξιδευτής-επιστροφεύς; Θα μπορούσε κάλλιστα να υποθέσει κανείς πως το ποίημα μιλούσε για τον Εμπειρίκο, ή για κάποιον άλλο χριστιανό. Αλλά θα μπορούσε εξ ίσου πάλι να μην μιλάει για τον Εμπειρίκο ή οιονδήποτε τυχόντα. Άρχισα να υποψιάζομαι μήπως αυτός ο ταξιδευτής επιστροφεύς ήμουν εγώ. Δεν μπορούσα να καταλάβω, ή δεν ήθελα να το παραδεχτώ πως μιλούσα για τον εαυτό μου, και αυτό με έκανε να αισθάνομαι κάπως άβολα, διότι πως να αποδεχτώ την τόση απόρριψη που έτρωγα απ' όλους; Κι' έπειτα, δυσκολευόμουν να βάλω μουσική σ' αυτό το κείμενο, δεδομένης και της μυστήριας φράκταλ δομής του, να αναπαράγεται δηλαδή η ίδια ιδέα μέσα από επαναλαμβανόμενες φόρμες, σε άλλες διαστάσεις, όμοιες αλλά όχι ίδιες.

Για να είμαι ακριβής, δεν ήταν η πρώτη φορά που έφτιαχνα τέτοια παράξενα πράγματα εκείνο τον καιρό. Για παράδειγμα, μου κατέβηκε και είχα γράψει το εξής: σαν το κρασάκι ο Θάνατος και η Δημοκρατία. Όταν μου ήρθε, ήμουν ξενύχτης και μεθυσμένος μέσα σε ένα αεροπλάνο το οποίο προσγειωνόταν χαράματα στο αεροδρόμιο των Χανίων. Ήταν Σεπτέμβρης, ο ήλιος έβγαινε πάνω από τα βράχια της Κρήτης και τάδειχνε όλα τραγικά κόκκινα. Σκεφτόμουν μετά μήπως ήταν ετούτη η εικόνα τους που με έκανε να ελαφραίνουν τόσο οι λέξεις μου πάνω σε τόσο βαριά πράγματα, αν βέβαια δεχθούμε πως ήταν όντως δικές μου λέξεις αυτά τα καραγκιοζλίκια του ασυνειδήτου μου. Σκεπτόμουν μήπως ήμουν μηδενιστής, αλλά τι θα γινόταν αν μπροστά μου δεν εμφανιζόταν η Δημοκρατία να την κογιονάρω έτσι, αλλά πες πως έσκαγε μούρη ένας Χάρος φοβερότατος και τρομερότατος, με τα δρεπάνια του, την κουκούλα σα δοσίλογος, και όλα τ' αξεσουάρ. Θάχα το νεφρί να του τραγουδάω τζιριτζάντζουλες; Τι τάγραφα τότε αυτά; Τέλος πάντων, τέτοια ερωτήματα δεν βρίσκουν απάντηση παρά όταν τίποτε δεν έχει πια σημασία, όταν αυτήν την απάντηση δεν είσαι πια εκεί να την ακούσεις. Ίσως όμως γι' αυτό ακριβώς πρέπει να τα κάνουμε ποιήματα. Άργησα να το καταλάβω αυτό. Τότε όμως -μιλάμε πάντα για το ογδοντατόσο- προτίμησα να τα μεταθέσω σε κάποιον άλλον, ο οποίος να είναι επιτήδειος στο να φτιάνει μελωδίες πιο ευέλικτες, και πιο ικανός από εμένα να φέρει βόλτα λόγια που λέγαν του κεφαλιού τους. Για την ακρίβεια, κάποιον που να τιθασσεύει τα ποιήματα με την μουσική, όπως ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ μίλαγε στο αυτί του αλόγου και αυτό γινόταν αρνί**.

Μάζεψα λοιπόν τα χαρτιά μου και τα πήγα του Χάρη.

- Πω ρε χτύπημα! είπε ο Χάρης όταν το διάβασε. Ακόμα και τώρα, άμα του αρέσει κάτι πάρα πολύ, λέει «πω ρε χτύπημα!» και κουνάει το χέρι του κυκλικώς στον αέρα, όπως κάνουμε όταν τρώμε ένα πολύ νόστιμο φαΐ. Βέβαια, το κάνει και η Βουγιουκλάκη μέσα στη βάρκα που κρύφτηκε να πάει ταξίδι με τους δοκίμους, εκεί που κλέβει το ψωμοτύρι του Γκιωνάκη, αλλά το κάνει επειδή λύσσαξε της πείνας, κι' όχι από κλεπτομανία. Διότι η φέτα στο Πολεμικό Ναυτικό είναι σαν ασβέστης, δεν τρώγεται πολύ ευχάριστα, ομιλώ μετά λόγου γνώσεως. Ο Χάρης είχε κάνει σμηνίτης, αλλά και κει την ίδια φέτα θάχαν.

Να μην μακρηγορώ, αυτό το «πω ρε χτύπημα!» ο Χάρης το εκφέρει αργά, για να πάει να κολλήσει στον ουρανίσκο, όπως κάνουν οι δοκιμαστές οίνων εκλεκτών. Ύστερα, πιάσαμε μια συζήτηση για τον Εμπειρίκο, για την γλώσσα του την καθαρεύουσα, για το αερόστατο, κι' ύστερα ο Χάρης διάβασε ξανά το ποίημα από μέσα του, και ξαναείπε «πω ρε χτύπημα!» Για να είμαι ειλικρινής, χαίρομαι να τον ακούω κάθε φορά που το λέει, αλλά επειδή το λέει συναπτά τριανταέξι χρόνια τώρα, έχω σταματήσει να τον θεωρώ και πολύ αντικειμενικό. Οπότε βάλαμε μια ρετσίνα να πιούμε. Τότε έβρισκες ακόμα, μετά κάνανε τα αμπέλια αεροδρόμιο. Είχα έναν θείο που άμα εύρισκε καλή ρετσίνα έλεγε: «Διαμάντι!», ή «Αγίασμα!» Τέλος πάντων, απ' ό,τι μου είπε ο Χάρης μετά που το ηχογραφήσανε, άρεσε και του Χατζιδάκι, το Je reviens toujours. Αυτό επιβεβαιώθηκε και από την Μπάρμπαρα, που δεν χαρίζει κάστανα. Κι' ούτε τον πείραξε τον Χατζιδάκι που ήταν κλεψιμέικο.
Μετά πήγαμε πίσω από την κουζίνα και ψήσαμε παϊδάκια. Ήταν Αλκυονίδες, είχε λιακάδα.

Βασίλης Νικολαΐδης

.

* Πανδέκτης της νομοθεσίας των προ των ηλεκτρονικών υπολογιστών χρόνων. Ήταν καμιά πενηνταριά ντοσιέ με κλιπάκια, τα οποία ενημερώνονταν περιοδικά με πρόσθετα φύλλα που ταχυδρομούσε ο εκδοτικός οίκος στους συνδρομητές.

**Να τονίσω πως ο Χάρης μπορεί να κάνει και άλλου είδους αλχημείες. Μια φορά του πήγε ο Γιώργος Φιλιππάκης ένα τραγούδι με εκπληκτική μελωδία, αλλά οι στίχοι του ξυνίζανε κάπως (του Χάρη, του Γιώργου, ή πιθανώς και των δύο, δεν θυμάμαι ακριβώς.) Την άκουσε ο Χάρης, και αμέσως την ταίριαξε με κάτι που είχε διαβάσει κάποτε, ίσως μισόν αιώνα πριν. Ήταν Ο Αφέντης της Καρύταινας, του Νίκου Εγγονόπουλου. Το βάζω ανάμεσα στα ωραιότερα τραγούδια των ΧγΡ.




3 σχόλια:

δύτης των νιπτήρων είπε...

Όπου αναδύεται από την πολύχρονη ανυπαρξία ένας παλιός φίλος, και συναντιέται με άλλον ένα, όστις είχε παραμείνει ορατός έστω και αν δεν έχει μιλήσει ποτέ με τον τρίτο, με μένα μ' άλλα λόγια. Χαιρετώ!

το Άρωμα του Τραγουδιού είπε...

@δύτης των νιπτήρων: Καλώς βρεθήκαμε και πάλι!
(βραδιές σαν εκείνη με Σιγανίδη και Mode Plagal δεν ξεχνιούνται, κι ας πέρασαν χρόνια...)
Θα βρεθούμε ξανά, να είσαι σίγουρος.

Giorgos Velentzas είπε...

Έξοχο!
Γλαφυρός και απολαυστικός -όπως πάντα άλλωστε.
Υπέροχο "παρασκήνιο" ενός εκλεκτού μουσικού σχήματος.